Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Η μικρή αρραβωνιαστικιά

Ήταν λίγες μέρες που είχε ξεκινήσει πάλι το σχολείο,αλλά τίποτε δεν ήταν το ίδιο για τον Φωτεινή.Δεν την ξύπνησε η μητέρα της με το ζόρι,κανείς δεν της είχε φτιάξει πρωινό,κανείς δεν της φώναζε να κάνει γρήγορα γιατί θα αργήσει.Και ο αγαπημένος της παππούς δεν θα την περίμενε πια για να την πάει σχολείο λέγοντάς της αστεία στον δρόμο.Ήταν έφηβη και μόνη.Τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Η Φωτεινή είχε μεγαλώσει με την γιαγιά και τον παππού σε μια ήσυχη πόλη με υπερβολική αγάπη.Οι γονείς της δούλευαν και οι παππούδες της την αγαπούσαν.Αυτή ήταν η δική τους δουλειά και την έκαναν τόσο καλά.Το σχολείο ποτέ δεν το συμπάθησε η Φωτεινή,μέχρι να καταλάβει την αξία του τουλάχιστον.Κάθε πρωί τα ίδια.Με το ζόρι σηκωνόταν κι αυτό αν της έταζαν τίποτα ο παππούς και η γιαγιά.
Με τον παππού της τον Απόστολο,είχε ιδιαίτερη σχέση.Όταν έλειπε η γιαγιά της έφερναν κρυφά μέσα το σκυλάκι της και όταν η γιαγιά επέστρεφε πιο νωρίς,ο Απόστολος έκανε νόημα συνομωτικά στη Φωτεινή να τρέξει να βγάλει έξω τον σκύλο.Αυτό ήταν το καρδιοχτύπι της τότε.Και η γιαγιά της που καταλάβαινε τι έγινε,έκανε πως δεν πήρε χαμπάρι τίποτα και άφηνε τους δυο παραβάτες να γελάνε συνθηματικά και να έχουν στα μάτια το μυστικό τους.
Ο Απόστολος ήταν αγαθός άνθρωπος.Ήθελε πάντα λίγα και ήξερε να δίνει πολλή αγάπη στους ανθρώπους,στα ζώα,στα λουλούδια του.Εκείνα τα τριαντάφυλλα,τα "σκυλάκια" που τόσο άρεσαν στην Φωτεινή,αλλά και τις ντοματιές,μόνος του τα είχε βάλει στον κήπο.Έτρεχε η Φωτεινή μέσα στα καλάμια που στήριζαν τις ντομάτες και χανόταν μέσα στις πρασινάδες."Όχι τις πράσινες,τις κόκκινες θα κόβεις!",την μάλωνε τάχα ο Απόστολος.Γέμιζε κι εκείνη το καλαθάκι που κρατούσε με τις κόκκινες και του τις πήγαινε χαμογελαστή."Φτάνουν για σαλάτα,τι λες;",ρωτούσε ρητορικά ο Απόστολος.
Τώρα πια,η Φωτεινή ήταν πολύ ψηλή,οι ντοματιές και τα λουλούδια δεν υπήρχαν.Το ίδιο και ο παππούς της.Πόσο άδεια ήταν όλα.Εκείνος δεν έκανε τίποτα,αλλά έφερνε μια "ζέστα" όπως έλεγε η μαμά της στο σπίτι,που έφτανε στις καρδιές όλων.
Κάθε μέρα περνούσε η Φωτεινή από το παλιό εκείνο σπίτι που είχε δίπλα τους δυο θάμνους με τα κίτρινα λουλούδια.Θυμόταν όταν δεν κρατιόταν κι έκοβε μερικά και πάντα ο Απόστολος της έλεγε "Τα κίτρινα λουλούδια είναι μίσος",αποτρέποντάς την από το να τα κόψει.Αλλά πάλι εκείνη τα έκοβε κι εκείνος πάλι έλεγε το ίδιο και γύριζαν σπίτι ευτυχισμένοι.Τους έβλεπαν οι γείτονες στον δρόμο και ο Απόστολος καμάρωνε για την εγγονή του.Δεν ήταν η πρώτη,αλλά ήταν η πιο αγαπημένη."Πάλι βόλτα με την αρραβωνιαστικιά σου πας Απόστολε;",τον πείραζε η Έλλη η γειτόνισσα."Πάμε για μαστίχες!",φώναζε η Φωτεινή και έμπαιναν στο γωνιακό μπακάλικο του κυρ-Γκόγκου.Τώρα πια,ούτε εκείνες οι μαστίχες υπήρχαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...