Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Μια Αξέχαστη Πρωτοχρονιά

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και το κρύο ήταν αφόρητο.Η 15χρονη Λίνα κρυβόταν μέσα στο αφράτο παλτό της,ενώ η μητέρα της,Μάνια,δίπλα της πάρκαρε το αμάξι έξω από το σπίτι που μεγάλωσε στο χωριό."Μην ξεχάσεις το κασκόλ σου!",φώναξε στην Λίνα,καθώς εκείνη έβγαινε με φόρα από το αμάξι για να τρέξει στην μεγάλη αυλή όπου την περίμενε ο θείος της.
Αγκαλιάστηκαν και μπήκαν μέσα.Το σπίτι μικρό,αλλά τόσο ζεστό,έκανε πιο εύκολο και για τους τρεις τους να θυμηθούν όμορφες ιστορίες από το παρελθόν.Ο θείος Κώστας,μόνιμα κατσούφης πια,λες και δεν μπορούσε να το αποφύγει,γέμισε τρεις κούπες με τσάι.Η Λίνα έσφιξε μέσα στα χέρια της την δική της για να ζεσταθεί περισσότερο.Έπειτα από λίγο,χαιρέτησαν τον θείο της και βγήκαν στην αυλή για να φύγουν.
Η Μάνια άρχισε να θυμάται και ψέλλισε "Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα".Η Λίνα θυμόταν τι γλέντια έκαναν σ'εκείνη την αυλή όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια.Το παλιό μεγάλο επιβλητικό σπίτι που η προγιαγιά της φυλούσε τα μπαχάρια,δεν υπήρχε πια.Τη θέση του είχαν πάρει χαλάσματα.Θυμήθηκε τότε που με τα ξαδέρφια της έκλεβαν τα αυγά απο τις κότες και τις τρόμαζαν για να σταματήσουν να τους κυνηγάνε.Τότε που σκαρφάλωναν και τραβούσαν τα τσαμπιά με τα σταφύλια για να δροσιστούν και αμέσως μετά έτρεχαν στην βρύση για να πλυθούν.Τότε που ο θείος της ο Κώστας ήταν χαμογελαστός και τους έφτιαχνε μια κούνια δένοντας ένα μεγάλο πανί με σκοινί στα δυο δέντρα μπροστά στην καγκελόπορτα και χωρούσαν και τα τέσσερα ξαδέρφια πάνω.Πόσο μικροί ήταν αλήθεια τότε!Και πώς άλλαξαν όλα μέσα σε λίγα χρόνια.Ούτε τσαμπιά με σταφύλια υπήρχαν πια,ο μικρός λαχανόκηπος είχε ξεραθεί,η μικρή αποθηκούλα έρημη και σκονισμένη παρακαλούσε για λίγη προσοχή.Το ίδιο και ο θείος της ο Κώστας,που φαινόταν πολύ μόνος.
"Άντε,πάμε!",αναστέναξε η Μάνια κοιτάζοντας το μόνο δέντρο που είχε απομείνει στην κάποτε καταπράσινη αυλή.Η Λίνα δεν μπορούσε σε όλη τη διαδρομή να ξεχάσει τα μάτια της μητέρας της.Παραμονή Πρωτοχρονιάς και έμοιαζε τόσο δυστυχισμένη.Έφτασαν στο σπίτι του θείου της στην πόλη.Ήταν ακόμη πρωί,η θεία της όμως είχε αρχίσει να μαγειρεύει από νωρίς.Ήταν όλοι εκεί.Οι θείοι της,τα ξαδέρφια της,η γιαγιά της...Είχαν καιρό να περάσουν τις γιορτές μαζί και φέτος όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα.Η Μάνια αποφάσισε να πάει να ξαπλώσει από νωρίς.
Ώρες μετά,ξύπνησε για να ετοιμαστεί για το τραπέζι,κανείς όμως δεν ήταν σπίτι.Κατέβηκε στον κάτω όροφο,αλλά και πάλι δεν βρήκε κανέναν.Η μυρωδιά της γαλοπούλας την οδήγησε στην κουζίνα.Το ταψί μεγάλο και μοσχομυριστό πάνω στο τραπέζι,άχνιζε μιας και ήταν ακόμη ζεστό.Δευτερόλεπτα μετά χτύπησε το τηλέφωνο.Ήταν ο αδερφός της Μάνιας,ο Σπύρος,ο οποίος την παρακαλούσε να πάρει την γαλοπούλα και να την παραδώσει στο σπίτι του θείου Κώστα.Εκείνος δεν είχε κάτι για το τραπέζι και αποφάσισαν τελευταία στιγμή να του τη δώσουν,αφού δεν ήθελε να έρθει στο σπίτι μαζί τους και προτιμούσε να μείνει μόνος.Οι υπόλοιποι είχαν πάει σε έναν γνωστό του Σπύρου για να πάρουν μια έτοιμη για το δικό τους τραπέζι."Α,και βάλε ένα χοντρό παλτό!",της τόνισε ο Σπύρος.
Η Μάνια σκέπασε την γαλοπούλα με το αλουμινόχαρτο και έβαλε το πιο χοντρό παλτό που βρήκε.Δέκα λεπτά αργότερα,έφτανε έξω από το σπίτι στο χωριό.Βιαστική όπως ήταν δεν πρόσεξε τα φώτα που είχαν λούσει την αυλή.Πήρε το ταψί από τη θέση του συνοδηγού,προχώρησε προς την πόρτα και μόνο όταν σήκωσε τα μάτια για να την ανοίξει είδε το δέντρο στην αυλή στολισμένο με λαμπιόνια και από κάτω ένα τεράστιο τραπέζι με όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα να την περιμένουν.Και πιο πολύ η Λίνα,που είχε σχεδιάσει τα πάντα γιατί ήθελε να κάνει την μητέρα της ευτυχισμένη.Η Μάνια άφησε το ταψί στην αδερφή της και αγκάλιασε την Λίνα σφιχτά."Θα κρυώσουμε λίγο,αλλά δεν πειράζει",είπε η Λίνα."Ευχαριστώ μωρό μου",της ψιθύρισε η Μάνια και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί.Ο μπαμπάς της Λίνας,ο Νίκος,όπως πάντα τους διέκοψε "Άντε ρε παιδιά!Το φαϊ πείνασε!" και έκανε όλους να γελάσουν δυνατά.Ο Σπύρος έδωσε το σήμα να καθήσουν όλοι,ενώ κάθε τόσο άλλαζε θέση σε μια μικρή σόμπα που είχε συνδέσει με χίλια ζόρια,και κερνούσε κρασί "Για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας!" όπως έλεγε.
Μέρες μετά ήταν όλοι στο σπίτι ξαπλωμένοι,σκεπασμένοι με κουβέρτες,αγκαλιά με θερμόμετρα και κάνοντας βηχο-κόντρες.Αυτή η Πρωτοχρονιά πραγματικά τους έμεινε αξέχαστη,δεν τους ένοιαζε όμως καθόλου.

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ένα μεγάλο διάλειμμα

Από μήνες προετοιμαζόταν η δεκάχρονη Αντιγόνη γι'αυτή την ξεχωριστή μέρα.Ε,ναι,γενέθλια είχε κάθε χρόνο,φέτος όμως όλα ήταν διαφορετικά.Η οικογένειά της ήταν και πάλι μαζί,ενωμένη και εκείνη ήθελε κάθε στιγμή από 'δώ και πέρα να είναι μοναδική για όλους.
Ήταν σχεδόν τρία χρόνια πριν όταν είδε τον πατέρα της να φεύγει με λίγα ρούχα και την μητέρα της να στέκεται παγωμένη κοιτάζοντας την πόρτα.Τότε δεν μίλησε.Κάθησε μόνο πάνω στη σκάλα ελπίζοντας πως ήταν άλλος ένας καβγάς και πως το πρωί όλα θα ήταν όπως πάντα.Η μητέρα της θα φώναζε για να σηκωθεί για το σχολείο,ο μπαμπάς της θα είχε ήδη ανάψει την μηχανή του αυτοκινήτου και θα την περίμενε έξω και ο μπόμπιρας ο αδερφός της,θα έκλαιγε ως συνήθως για να τραβήξει την προσοχή όλων.Δυστυχώς,τα πράγματα δεν έγιναν έτσι.
Ο Παύλος έλειπε για καιρό,η Μάχη προσπαθούσε να εξηγήσει στην Αντιγόνη το γιατί,κι εκείνη αναρωτιόταν μήπως οι γονείς της χώριζαν επειδή παραήταν άτακτη."Ούτε να το σκέφτεσαι αυτό",της είπε κοφτά ένα πρωί η Μάχη και συνέχισε εξηγώντας της πως,μπορεί με τον άντρα της τα πράγματα να μην πήγαν όπως θα ήθελαν και οι δυο,για το μόνο που δεν μετανιώνουν όμως είναι εκείνη και ο μικρός Δημήτρης.Η Αντιγόνη βέβαια,βασάνιζε το μυαλουδάκι της με διάφορες σκέψεις μιας και ήξερε πως οι γονείς συχνά λένε ψέματα στα παιδιά για να τα καθησυχάσουν.Είχε μάθει από την φίλη της την Μαρία,πως όταν οι γονείς φωνάζουν συνέχεια μέσα στο σπίτι,έρχεται η στιγμή που κουράζονται και χωρίζουν επειδή δεν αγαπιούνται πια.Αυτά σκεφτόταν.Όταν ο μπαμπάς της έφυγε από το σπίτι,πήρε και την αγάπη μαζί του;Δεν ήταν πια οικογένεια;Τί ήταν;


Η Αντιγόνη από νωρίς είχε δείξει πως δεν ήταν ένα συνηθισμένο παιδί.Διάβαζε πολύ και μάλιστα όχι μόνο για το σχολείο,αλλά και βιβλία που δύσκολα κατανοούν ενήλικες,πόσο μάλλον εκείνη.Τα παιδιά την κορόιδευαν επειδή φορούσε γυαλιά από τα 6 της,εκείνη όμως με τον καιρό έμαθε να μη τη νοιάζει.Έσκυβε στο βιβλίο της και όταν τα γυαλιά έπεφταν μπροστά,με μια χαρακτηριστική κίνηση τα έσπρωχνε στη θέση τους.Έτσι και αυτή τη φορά.Πήγε στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της και διάλεξε δέκα βιβλία με συγκεκριμένο θέμα.Με γεμάτη αγκαλιά έφτασε με το ζόρι στο ταμείο κι άφησε ένα σακουλάκι με τις οικονομίες της στον Γιώργο,τον θείο της.Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα,έβαλε τα βιβλία σε μια μεγάλη σακούλα και της επέστρεψε τα χρήματα.Η Αντιγόνη με δυσκολία έφτασε στο σπίτι,μιας και η σακούλα ήταν πιο μεγάλη και πιο βαριά από εκείνη.Κλείστηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να διαβάζει για χωρισμένους γονείς και τα είδη των οικογενειών.Έπρεπε να είναι προετοιμασμένη για όλα.
"Εντάξει Γιώργο,σ'ευχαριστώ",είπε στενοχωρημένη η Μάχη κι έκλεισε το τηλέφωνο.Δεν έκανε τίποτα όμως.Ήξερε πως δεν μπορούσε και θα ήταν ανώφελο να εμποδίσει την Αντιγόνη από αυτή την επίπονη προετοιμασία.
Ο καιρός περνούσε και ο Παύλος με την Μάχη δεν το αποφάσιζαν οριστικά να χωρίσουν.Μπορεί να μην βλέπονταν,αλλά δεν είχε τελειώσει μέσα τους αυτή η ιστορία.Έτσι πέρασε ο πρώτος χρόνος,ο δεύτερος...Τον τρίτο χρόνο όμως,κάτι έγινε και ως δια μαγείας επέστρεψε εκείνη η ζεστή αύρα που γέμιζε το σπίτι τους τα πρώτα εφτά ευτυχισμένα χρόνια.Ο Παύλος ερχόταν τα Σαββατοκύριακα να παίρνει τα παιδιά και ήθελε να ξανάρθει και να ξανάρθει και να ξανάρθει...Και η Μάχη όμως,περίμενε πώς και πώς πότε θα τον ξαναδεί...Και τότε,μια μέρα όπως όλες οι άλλες που αποφάσισαν να φάνε όλοι μαζί,όταν τα λόγια δεν έβγαιναν,η μικρή Αντιγόνη το είπε."Γιατί δεν βγαίνετε ραντεβού;Η ανανέωση σε μια σχέση είναι πολύ σημαντική κι εσείς οι δυο το χρειάζεστε.Κι εμείς το ίδιο",είπε αναφερόμενη σε εκείνη και τον αδερφό της.Οι γονείς της γέλασαν.Ήξεραν πως η κόρη τους ήταν πολύ ώριμη για την ηλικία της και πως πολλές φορές είχε δίκιο.Αυτή ήταν μια από τις πολλές εκείνες φορές.
Σήμερα λοιπόν,όλα τα άσχημα ήταν παρελθόν.Η Αντιγόνη γινόταν έντεκα και ο Παύλος με τη Μάχη γιόρταζαν την όγδοη επέτειό τους.Συγγενείς και φίλοι είχαν φτάσει και γιόρταζαν όλοι μαζί την ευτυχία που είχε επιστρέψει.Το βράδυ,ώρες μετά κι αφού είχαν φύγει όλοι,η Αντιγόνη πήρε τον αδερφό της από το χέρι και πήγαν στη βεράντα."Φέραμε το δώρο σας",είπε με χαρά στους γονείς της,οι οποίοι ήταν πιασμένοι χέρι χέρι.Η Αντιγόνη άνοιξε ένα κουτί κι έβγαλε ένα πλαστικό ζευγάρι χειροπέδες,ένα από αυτά που είχε για να παίζει ο Δημήτρης κλέφτες κι αστυνόμους.Το πέρασε στα χέρια των γονιών τους με αυταρχικό ύφος."Τώρα δεν μπορείτε να ξαναχωρίσετε.Θα είστε δεμένοι για πάντα",είπε με χαμόγελο.Εκείνο το διάλειμμα των τριών χρόνων ήταν σα να μην έγινε ποτέ.Όλα θα συνεχίζονταν από εκεί που σταμάτησαν.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Η μικρή αρραβωνιαστικιά

Ήταν λίγες μέρες που είχε ξεκινήσει πάλι το σχολείο,αλλά τίποτε δεν ήταν το ίδιο για την Φωτεινή.Δεν την ξύπνησε η μητέρα της με το ζόρι,κανείς δεν της είχε φτιάξει πρωινό,κανείς δεν της φώναζε να κάνει γρήγορα γιατί θα αργήσει.Και ο αγαπημένος της παππούς δεν θα την περίμενε πια για να την πάει στο σχολείο λέγοντάς της αστεία στον δρόμο.Ήταν έφηβη και μόνη.Τουλάχιστον,έτσι ένιωθε.
Η Φωτεινή είχε μεγαλώσει με την γιαγιά και τον παππού σε μια ήσυχη πόλη με υπερβολική αγάπη.Οι γονείς της δούλευαν και οι παππούδες της την αγαπούσαν.Αυτή ήταν η δική τους δουλειά και την έκαναν τόσο καλά.Το σχολείο ποτέ δεν το συμπάθησε η Φωτεινή,μέχρι να καταλάβει την αξία του τουλάχιστον.Κάθε πρωί τα ίδια.Με το ζόρι σηκωνόταν κι αυτό αν της έταζαν τίποτα ο παππούς και η γιαγιά.
Με τον παππού της τον Απόστολο,είχε ιδιαίτερη σχέση.Όταν έλειπε η γιαγιά της έφερναν κρυφά μέσα το σκυλάκι της και όταν η γιαγιά επέστρεφε πιο νωρίς,ο Απόστολος έκανε νόημα συνομωτικά στη Φωτεινή να τρέξει να βγάλει έξω τον σκύλο.Αυτό ήταν το καρδιοχτύπι της τότε.Και η γιαγιά της που καταλάβαινε τι έγινε,έκανε πως δεν πήρε χαμπάρι τίποτα και άφηνε τους δυο παραβάτες να γελάνε συνθηματικά και να έχουν στα μάτια το μυστικό τους.
Ο Απόστολος ήταν αγαθός άνθρωπος.Ήθελε πάντα λίγα και ήξερε να δίνει πολλή αγάπη στους ανθρώπους,στα ζώα,στα λουλούδια του.Εκείνα τα τριαντάφυλλα,τα "σκυλάκια" που τόσο άρεσαν στην Φωτεινή,αλλά και τις ντοματιές,μόνος του τα είχε βάλει στον κήπο.Έτρεχε η Φωτεινή μέσα στα καλάμια που στήριζαν τις ντομάτες και χανόταν μέσα στις πρασινάδες."Όχι τις πράσινες,τις κόκκινες θα κόβεις!",την μάλωνε τάχα ο Απόστολος.Γέμιζε κι εκείνη το καλαθάκι που κρατούσε με τις κόκκινες και του τις πήγαινε χαμογελαστή."Φτάνουν για σαλάτα,τι λες;",ρωτούσε ρητορικά ο Απόστολος.
Τώρα πια,η Φωτεινή ήταν πολύ ψηλή,οι ντοματιές και τα λουλούδια δεν υπήρχαν.Το ίδιο και ο παππούς της.Πόσο άδεια ήταν όλα.Εκείνος δεν έκανε τίποτα,αλλά έφερνε μια "ζέστα" όπως έλεγε η μαμά της στο σπίτι,που έφτανε στις καρδιές όλων.
Κάθε μέρα περνούσε η Φωτεινή από το παλιό εκείνο σπίτι που είχε δίπλα τους δυο θάμνους με τα κίτρινα λουλούδια.Θυμόταν όταν δεν κρατιόταν κι έκοβε μερικά και πάντα ο Απόστολος της έλεγε "Τα κίτρινα λουλούδια είναι μίσος",αποτρέποντάς την από το να τα κόψει.Αλλά πάλι εκείνη τα έκοβε κι εκείνος πάλι έλεγε το ίδιο και γύριζαν σπίτι ευτυχισμένοι.Τους έβλεπαν οι γείτονες στον δρόμο και ο Απόστολος καμάρωνε για την εγγονή του.Δεν ήταν η πρώτη,αλλά ήταν η πιο αγαπημένη."Πάλι βόλτα με την αρραβωνιαστικιά σου πας Απόστολε;",τον πείραζε η Έλλη η γειτόνισσα."Πάμε για μαστίχες!",φώναζε η Φωτεινή και έμπαιναν στο γωνιακό μπακάλικο του κυρ-Γκόγκου.Τώρα πια,ούτε εκείνες οι μαστίχες υπήρχαν.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Coming Up: Διαβάστε στη νέα ιστορία

Πώς νιώθει ένας έφηβος όταν η παιδική του ηλικία ξεθωριάζει; Όταν όσα ήξερε και μεγάλωσε μαζί τους,είναι πια παρελθόν; Διαβάστε αύριο για τις γλυκιές αναμνήσεις της Φωτεινής και κάν'τε το δικό σας σχόλιο.


Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μια...κόκκινη σκιά



Από την προηγούμενη εβδομάδα ετοιμαζόταν για τη νέα σχολική χρονιά η Ανθή. Τι θα φορέσει, να είναι η τσάντα της έτοιμη, να έχει χαρτί και μολύβι…Ακόμη και καινούριο ξυπνητήρι έπεισε την μητέρα της να της πάρει για να είναι σίγουρη ότι δεν θα αργήσει το πρωί. Και μπαταρίες, πολλές μπαταρίες για να βγάλει όλη τη χρονιά. Η Ανθή φέτος θα περνούσε επιτέλους εκείνη την μεγάλη πόρτα που έβλεπε να περνάει ο αδερφός της κάθε μέρα εδώ και δυο χρόνια με κατσουφιασμένο ύφος. Αναρωτιόταν όμως; Γιατί πάντα παρίστανε ότι τον πονούσε η κοιλιά του το πρωί για να αποφύγει το σχολείο; Τόσο άσχημα ήταν;
«Είναι χάλια!», την διέκοψε καθώς έβαζε την ροζ κορδέλα της μπροστά από τον καθρέφτη. «Σε βάζουν να μάθεις όλα τα γράμματα, μετά να τα βάζεις σε σειρά και να τα διαβάζεις και μετά σου μαθαίνουν και αριθμούς. Πολλούς αριθμούς. Μισώ τους αριθμούς!». «Τον καημένο», σκέφτηκε η Ανθή. «Κάνει σαν εκείνο το γκρινιάρικο στρουμφάκι που δεν του αρέσει τίποτα», ξανασκέφτηκε και ξέσπασε σε γέλια. Ο Αντώνης την κοίταξε θυμωμένος και πήγε να το μαρτυρήσει στην μητέρα τους. Η Ανθή ξανακοίταξε τα ρούχα που διάλεξε για την πρώτη της μέρα στο σχολείο και τώρα βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι. «Θα είναι τέλεια!», σκέφτηκε και κατέβηκε χαρούμενη την σκάλα. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο Αντώνης είχε αρχίσει να γίνεται πιο επιθετικός. Όλα τον ενοχλούσαν και του ξίνισαν δέκα φορές παραπάνω. «Εντάξει, δεν θα πας σχολείο», του είχε πει η μητέρα του κάποια στιγμή, προσπαθώντας να αποφύγει άλλο ένα ξέσπασμά του. Οι γονείς του, Άλκης και Κατερίνα, είχαν μια από τις καθιερωμένες «συνεδρίες» τους όταν υπήρχε πρόβλημα στο σπίτι. Α, βέβαια. Αυτά τα είχαν αποφασίσει από νωρίς. «Με το διάλογο λύνονται όλα», πίστευαν και οι δυο. Συντροφιά πάνω στο τραπέζι σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν δυο μεγάλες κούπες με σοκολάτα. Μπορεί ο καιρός να ήταν ακόμα καλός, αλλά η πρωινή συνήθεια της καυτής σοκολάτας ήταν από τις αγαπημένες τους. Μόνο που αυτή τη φορά, υπήρχαν άλλες δυο κούπες με λαχταριστή γλυκιά σοκολάτα.
Το κεφάλι του Αντώνη φάνηκε από τη σκάλα. Η Κατερίνα έκανε νόημα στον Άλκη να συνεχίζουν να μιλάνε σα να μην έγινε τίποτα. Τα σπιρτόζικα μάτια του Αντώνη έπεσαν μεμιάς στις δυο μεγάλες κούπες. Μα για ποιον ήταν; Αφού αυτός σιχαινόταν την σοκολάτα. Η Ανθή έλειπε στη γιαγιά τους…Άρα…Κάποιους περίμεναν. Ο Άλκης γύρισε δήθεν τυχαία το κεφάλι του και τον κοίταξε. «Για ποιον είναι;», ρώτησε ο Αντώνης ορθά κοφτά. Πριν προλάβει να του απαντήσει ο Άλκης, χτύπησε το κουδούνι. Η Κατερίνα έσπευσε να ανοίξει και καλωσόρισε την παιδική της φίλη Ιωάννα με την κόρη της, την Αφροδίτη. Ο Αντώνης τα ‘χασε. Η Αφροδίτη ήταν-ακόμα-ο παιδικός του έρωτας. Τον είχε δει μια φορά η Κατερίνα να της χαρίζει το κόκκινο μπαλόνι που του είχε πάρει ο πατέρας του από το λούνα παρκ, πράγμα που θα ήταν τελείως φυσιολογικό, μόνο που ο Αντώνης δεν ήταν από τα παιδιά που μοιράζονταν.
Κάθησαν στον λουλουδάτο καναπέ, άρχισαν να πίνουν τις σοκολάτες τους και να αναπολούν τα παλιά. Ο Αντώνης είχε κατακοκκινίσει και καθόταν δίπλα στην συνομήλική του Αφροδίτη με σκυφτό το κεφάλι. «Ο Αντώνης μας φέτος αποφάσισε να μην ξαναπάει στο σχολείο», είπε με αδιάφορο ύφος η Κατερίνα. «Αλήθεια;», σχολίασε δήθεν έκπληκτη η Ιωάννα. «Κρίμα βρε Αντώνη, αλλά μιας και μετακομίσαμε εδώ πιο κάτω, θα ήσουν στην ίδια τάξη με την Αφροδίτη. Αλλά αφού δεν θες…». «Θέλω!», την διέκοψε ο Αντώνης. «Θα πάω!», είπε και κοίταξε την Αφροδίτη, που τώρα εκείνη ήταν που ντρεπόταν. Την πήρε από το χέρι και έτρεξαν πάνω στο δωμάτιό του για να παίξουν. Ο Άλκης έκλεισε το μάτι στη γυναίκα του. «Είδες ο Αντωνάκης; Από μικρός στα βάσανα.», είπε η Ιωάννα. «Για να δείτε τι κάνουμε για τις γυναίκες!», απάντησε ο Άλκης.
Την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς ο Αντώνης ήταν ντυμένος στην τρίχα, καλοχτενισμένος και έτοιμος από νωρίς. «Το πρωινό σου παιδί μου», του φώναξε η Κατερίνα όταν τον είδε να τρέχει προς την πόρτα. «Βιάζομαι», της απάντησε και βγήκε από το σπίτι. Κούνησε το κεφάλι της και γύρισε στην κουζίνα, κάτι όμως τράβηξε την προσοχή της στο παράθυρο. Μια σκιά που κουνιόταν πέρα δώθε. Πλησίασε και κοίταξε έξω. Ο Αντώνης έλυνε τον κόμπο που είχε φτιάξει στα μπλε κάγκελα, για μην του φύγει το κόκκινο μπαλόνι του. Η Κατερίνα χαμογέλασε και γύρισε στις δουλειές της, στην πόρτα όμως ήταν η Ανθή. «Μαμά, ο Αντώνης μου πήρε το μπαλόνι μου!». Η Κατερίνα αναστέναξε. «Δεν πειράζει αγάπη μου. Θα σου πάρω άλλο!».