Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Μια Αξέχαστη Πρωτοχρονιά

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και το κρύο ήταν αφόρητο.Η 15χρονη Λίνα κρυβόταν μέσα στο αφράτο παλτό της,ενώ η μητέρα της,Μάνια,δίπλα της πάρκαρε το αμάξι έξω από το σπίτι που μεγάλωσε στο χωριό."Μην ξεχάσεις το κασκόλ σου!",φώναξε στην Λίνα,καθώς εκείνη έβγαινε με φόρα από το αμάξι για να τρέξει στην μεγάλη αυλή όπου την περίμενε ο θείος της.
Αγκαλιάστηκαν και μπήκαν μέσα.Το σπίτι μικρό,αλλά τόσο ζεστό,έκανε πιο εύκολο και για τους τρεις τους να θυμηθούν όμορφες ιστορίες από το παρελθόν.Ο θείος Κώστας,μόνιμα κατσούφης πια,λες και δεν μπορούσε να το αποφύγει,γέμισε τρεις κούπες με τσάι.Η Λίνα έσφιξε μέσα στα χέρια της την δική της για να ζεσταθεί περισσότερο.Έπειτα από λίγο,χαιρέτησαν τον θείο της και βγήκαν στην αυλή για να φύγουν.
Η Μάνια άρχισε να θυμάται και ψέλλισε "Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα".Η Λίνα θυμόταν τι γλέντια έκαναν σ'εκείνη την αυλή όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια.Το παλιό μεγάλο επιβλητικό σπίτι που η προγιαγιά της φυλούσε τα μπαχάρια,δεν υπήρχε πια.Τη θέση του είχαν πάρει χαλάσματα.Θυμήθηκε τότε που με τα ξαδέρφια της έκλεβαν τα αυγά απο τις κότες και τις τρόμαζαν για να σταματήσουν να τους κυνηγάνε.Τότε που σκαρφάλωναν και τραβούσαν τα τσαμπιά με τα σταφύλια για να δροσιστούν και αμέσως μετά έτρεχαν στην βρύση για να πλυθούν.Τότε που ο θείος της ο Κώστας ήταν χαμογελαστός και τους έφτιαχνε μια κούνια δένοντας ένα μεγάλο πανί με σκοινί στα δυο δέντρα μπροστά στην καγκελόπορτα και χωρούσαν και τα τέσσερα ξαδέρφια πάνω.Πόσο μικροί ήταν αλήθεια τότε!Και πώς άλλαξαν όλα μέσα σε λίγα χρόνια.Ούτε τσαμπιά με σταφύλια υπήρχαν πια,ο μικρός λαχανόκηπος είχε ξεραθεί,η μικρή αποθηκούλα έρημη και σκονισμένη παρακαλούσε για λίγη προσοχή.Το ίδιο και ο θείος της ο Κώστας,που φαινόταν πολύ μόνος.
"Άντε,πάμε!",αναστέναξε η Μάνια κοιτάζοντας το μόνο δέντρο που είχε απομείνει στην κάποτε καταπράσινη αυλή.Η Λίνα δεν μπορούσε σε όλη τη διαδρομή να ξεχάσει τα μάτια της μητέρας της.Παραμονή Πρωτοχρονιάς και έμοιαζε τόσο δυστυχισμένη.Έφτασαν στο σπίτι του θείου της στην πόλη.Ήταν ακόμη πρωί,η θεία της όμως είχε αρχίσει να μαγειρεύει από νωρίς.Ήταν όλοι εκεί.Οι θείοι της,τα ξαδέρφια της,η γιαγιά της...Είχαν καιρό να περάσουν τις γιορτές μαζί και φέτος όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα.Η Μάνια αποφάσισε να πάει να ξαπλώσει από νωρίς.
Ώρες μετά,ξύπνησε για να ετοιμαστεί για το τραπέζι,κανείς όμως δεν ήταν σπίτι.Κατέβηκε στον κάτω όροφο,αλλά και πάλι δεν βρήκε κανέναν.Η μυρωδιά της γαλοπούλας την οδήγησε στην κουζίνα.Το ταψί μεγάλο και μοσχομυριστό πάνω στο τραπέζι,άχνιζε μιας και ήταν ακόμη ζεστό.Δευτερόλεπτα μετά χτύπησε το τηλέφωνο.Ήταν ο αδερφός της Μάνιας,ο Σπύρος,ο οποίος την παρακαλούσε να πάρει την γαλοπούλα και να την παραδώσει στο σπίτι του θείου Κώστα.Εκείνος δεν είχε κάτι για το τραπέζι και αποφάσισαν τελευταία στιγμή να του τη δώσουν,αφού δεν ήθελε να έρθει στο σπίτι μαζί τους και προτιμούσε να μείνει μόνος.Οι υπόλοιποι είχαν πάει σε έναν γνωστό του Σπύρου για να πάρουν μια έτοιμη για το δικό τους τραπέζι."Α,και βάλε ένα χοντρό παλτό!",της τόνισε ο Σπύρος.
Η Μάνια σκέπασε την γαλοπούλα με το αλουμινόχαρτο και έβαλε το πιο χοντρό παλτό που βρήκε.Δέκα λεπτά αργότερα,έφτανε έξω από το σπίτι στο χωριό.Βιαστική όπως ήταν δεν πρόσεξε τα φώτα που είχαν λούσει την αυλή.Πήρε το ταψί από τη θέση του συνοδηγού,προχώρησε προς την πόρτα και μόνο όταν σήκωσε τα μάτια για να την ανοίξει είδε το δέντρο στην αυλή στολισμένο με λαμπιόνια και από κάτω ένα τεράστιο τραπέζι με όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα να την περιμένουν.Και πιο πολύ η Λίνα,που είχε σχεδιάσει τα πάντα γιατί ήθελε να κάνει την μητέρα της ευτυχισμένη.Η Μάνια άφησε το ταψί στην αδερφή της και αγκάλιασε την Λίνα σφιχτά."Θα κρυώσουμε λίγο,αλλά δεν πειράζει",είπε η Λίνα."Ευχαριστώ μωρό μου",της ψιθύρισε η Μάνια και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί.Ο μπαμπάς της Λίνας,ο Νίκος,όπως πάντα τους διέκοψε "Άντε ρε παιδιά!Το φαϊ πείνασε!" και έκανε όλους να γελάσουν δυνατά.Ο Σπύρος έδωσε το σήμα να καθήσουν όλοι,ενώ κάθε τόσο άλλαζε θέση σε μια μικρή σόμπα που είχε συνδέσει με χίλια ζόρια,και κερνούσε κρασί "Για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας!" όπως έλεγε.
Μέρες μετά ήταν όλοι στο σπίτι ξαπλωμένοι,σκεπασμένοι με κουβέρτες,αγκαλιά με θερμόμετρα και κάνοντας βηχο-κόντρες.Αυτή η Πρωτοχρονιά πραγματικά τους έμεινε αξέχαστη,δεν τους ένοιαζε όμως καθόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...