Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Μια χρυσή ευχή



Ήταν μεσάνυχτα πια. Ο δεκάχρονος Χρήστος δεν μπορούσε να κοιμηθεί εδώ και μέρες από τότε που άκουσε τυχαία τους γονείς του να μιλούν στην κουζίνα. Ο πατέρας του προσπαθούσε να είναι ψύχραιμος, η μητέρα του όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Το έκανε για πολύ καιρό, αλλά πλέον ήταν αδύνατον.
Γύρισε πλευρό, ξαναγύρισε, αλλά τα μάτια του έμεναν ανοιχτά. Φοβόταν, στενοχωριόταν, ένιωθε ενοχές…Λίγα χρόνια πριν είχε ζητήσει από την Μάρθα το μεγαλύτερο δώρο για τα γενέθλιά του. «Θέλω ένα αδερφάκι μαμά!», της είπε κι έλαμψαν τα μάτια του. Για χρόνια προσπαθούσαν η Μάρθα και ο Παύλος να πραγματοποιήσουν την επιθυμία του και όταν πια έφτασε να το ζητήσει ο Χρήστος, η Μάρθα θεώρησε πως είναι πολύ αργά. Ευτυχώς δεν ήταν. Ένα χρόνο και κάτι μετά, γιόρταζαν τα πρώτα γενέθλια της μπέμπας που αργότερα βαφτίστηκε Ευτυχία. Καθόλου τυχαία, μιας και ήταν μωρό που αρρώσταινε συχνά, έκανε όμως όλη την οικογένεια πολύ ευτυχισμένη.
Ο μικρός Χρήστος άρχισε να ζηλεύει. Το πόσο χρόνο αφιέρωναν στην μικρή, το πόσο περισσότερο έδειχναν να την αγαπούν, το ότι μόλις έκλαιγε όλοι έτρεχαν κοντά της. «Δεν την θέλω!», φώναξε μια μέρα στη μητέρα του. Η Μάρθα και ο Παύλος φρόντισαν να περνούν χρόνο μαζί του, ο Χρήστος όμως δεν καταλάβαινε πως ένα τέτοιο μωρό ήθελε περισσότερη φροντίδα. Δυστυχώς το κατάλαβε με τον χειρότερο τρόπο.
Η Μάρθα ήταν μελαγχολική καιρό, ο Παύλος εκνευρισμένος. «Κάνουν σαν ρομπότ», σκεφτόταν ο Χρήστος. «Λες και δεν έχουν ψυχή». Δεν είχαν. Η μικρή Ευτυχία ήταν πολύ άρρωστη.
Ο Χρήστος έπρεπε να μάθει αντί να βασανίζεται. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, έβαλε τις παντόφλες με τον αγαπημένο του ήρωα και πήγε προς το δωμάτιο των γονιών του. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, το φως αναμμένο. Η Μάρθα καθόταν πάνω από το κρεβατάκι της Ευτυχίας και ο Παύλος στην άκρη του κρεβατιού. «Θα πεθάνει;», ρώτησε αφήνοντας εμβρόντητους τους γονείς του. «Γιατί; Επειδή είπα ότι δεν την θέλω; Ψέματα είπα!», συνέχισε. Οι γονείς του άφησαν δυο γλυκόπικρα χαμόγελα. «Πήγαινε στο κρεβάτι σου Χρήστο, είναι αργά», είπε ο πατέρας του. Ο Χρήστος γύρισε για να φύγει, έπρεπε όμως να ρωτήσει κάτι ακόμα. «Έχει την κακιά αρρώστια;», ρώτησε. Κακιά αρρώστια. Έτσι είχε ακούσει να λέει η γιαγιά του αυτό το μεγάλο κακό που του είχε στερήσει και τον παππού του. «Στο κρεβάτι σου γρήγορα!», φώναξε ο Παύλος και ο μικρός έτρεξε στο δωμάτιό του.

Ο Χρήστος μπήκε στο δωμάτιό του και κλείδωσε την πόρτα. Έπειτα πήγε στο παράθυρο. Του άρεσε να βλέπει τον ουρανό και να ελπίζει ότι θα δει αστέρια. Ίσως από αυτά που πέφτουν και του είχε πει η γιαγιά του ότι υπάρχουν και όταν τα δεις πρέπει να προλάβεις να κάνεις μια ευχή. Ο ίδιος δεν τα είχε δει ποτέ.  Όταν ήταν πιο μικρός, κάθονταν όλοι μαζί στη βεράντα και τα μετρούσαν. Όλα αυτά πριν γεννηθεί το μωρό. Κάθησε λοιπόν, στηρίζοντας το κεφαλάκι του στο χέρι του και κοίταζε, κοίταζε, κοίταζε…Και τότε το είδε! Ένα αστέρι με την πιο φωτεινή ουρά ήταν έτοιμο να αγγίξει τον ορίζοντα. Χωρίς να το σκεφτεί έκανε την μεγαλύτερη ευχή που είχε κάνει ποτέ.
Την επόμενη μέρα, η μητέρα του τον βρήκε να κοιμάται στην κούνια που είχαν στην βεράντα. Το ίδιο γινόταν για πολλές μέρες. Τον μάλωναν, πήγαινε στο δωμάτιό του και πάλι τα ίδια. Περίμενε να δει κι άλλα αστέρια για να κάνει την ίδια ευχή ξανά και ξανά. Δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν όμως, γιατί η γιαγιά του, του είχε πει πως αν μαρτυρήσεις στην ευχή δεν θα πιάσει. Δεν ήθελε να το ρισκάρει.
Πέρασε καιρός. Έβλεπε τους γονείς του άυπνους, να λείπουν με το μωρό πολλές ώρες από το σπίτι, με χαρτιά στα χέρια που πάντα αναρωτιόταν τι είναι, για μέρες τον πήγαιναν στη γιαγιά του…Στο σχολείο, την ώρα των καλλιτεχνικών ζωγράφιζε αστέρια. Πολλά αστέρια, χρωματιστά, μεγάλα, μικρά… Μια μέρα από αυτές, αφού σχόλασε και βγήκε στο προαύλιο, είδε τον μπαμπά του να τον περιμένει. Πλησίασε. Ο Παύλος γονάτισε μπροστά του, τον χάιδεψε τρυφερά και τον έβαλε στο αυτοκίνητο. Φτάνοντας στο σπίτι, αυτό που είδε ο Χρήστος ήταν πανέμορφο. Λουλούδια παντού. Μαργαρίτες ήταν, από αυτές που άρεσαν στην μητέρα του. Κοίταξε τον Παύλο και έτρεξε να μπει στο σπίτι. Στην αρχή ήταν διστακτικός, μια μελωδία όμως τον γέμισε με αυτοπεποίθηση και πήγε κατευθείαν στο σαλόνι. Η Μάρθα τραγουδούσε στην Ευτυχία, η οποία άφηνε γέλια και σκόρπιζε ό,τι και το όνομά της. «Είναι καλά;», ρώτησε ο Χρήστος γεμάτος ανυπομονησία για θετική απάντηση. Η μητέρα του κούνησε το κεφάλι της και άνοιξε την αγκαλιά της. Ο μικρός χώθηκε μέσα λες και την αγκάλιαζε πρώτη φορά. Η Μάρθα του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο, ο Παύλος όμως τους διέκοψε. «Ξέχασες αυτό», είπε και έδειξε ένα μεγάλο χρυσό χάρτινο αστέρι. Του το έδωσε και ο Χρήστος με τη σειρά του το έδωσε στην μικρή. Ήταν το αστέρι της Ευτυχίας. Κυριολεκτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...