Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μια...κόκκινη σκιά



Από την προηγούμενη εβδομάδα ετοιμαζόταν για τη νέα σχολική χρονιά η Ανθή. Τι θα φορέσει, να είναι η τσάντα της έτοιμη, να έχει χαρτί και μολύβι…Ακόμη και καινούριο ξυπνητήρι έπεισε την μητέρα της να της πάρει για να είναι σίγουρη ότι δεν θα αργήσει το πρωί. Και μπαταρίες, πολλές μπαταρίες για να βγάλει όλη τη χρονιά. Η Ανθή φέτος θα περνούσε επιτέλους εκείνη την μεγάλη πόρτα που έβλεπε να περνάει ο αδερφός της κάθε μέρα εδώ και δυο χρόνια με κατσουφιασμένο ύφος. Αναρωτιόταν όμως; Γιατί πάντα παρίστανε ότι τον πονούσε η κοιλιά του το πρωί για να αποφύγει το σχολείο; Τόσο άσχημα ήταν;
«Είναι χάλια!», την διέκοψε καθώς έβαζε την ροζ κορδέλα της μπροστά από τον καθρέφτη. «Σε βάζουν να μάθεις όλα τα γράμματα, μετά να τα βάζεις σε σειρά και να τα διαβάζεις και μετά σου μαθαίνουν και αριθμούς. Πολλούς αριθμούς. Μισώ τους αριθμούς!». «Τον καημένο», σκέφτηκε η Ανθή. «Κάνει σαν εκείνο το γκρινιάρικο στρουμφάκι που δεν του αρέσει τίποτα», ξανασκέφτηκε και ξέσπασε σε γέλια. Ο Αντώνης την κοίταξε θυμωμένος και πήγε να το μαρτυρήσει στην μητέρα τους. Η Ανθή ξανακοίταξε τα ρούχα που διάλεξε για την πρώτη της μέρα στο σχολείο και τώρα βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι. «Θα είναι τέλεια!», σκέφτηκε και κατέβηκε χαρούμενη την σκάλα. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο Αντώνης είχε αρχίσει να γίνεται πιο επιθετικός. Όλα τον ενοχλούσαν και του ξίνισαν δέκα φορές παραπάνω. «Εντάξει, δεν θα πας σχολείο», του είχε πει η μητέρα του κάποια στιγμή, προσπαθώντας να αποφύγει άλλο ένα ξέσπασμά του. Οι γονείς του, Άλκης και Κατερίνα, είχαν μια από τις καθιερωμένες «συνεδρίες» τους όταν υπήρχε πρόβλημα στο σπίτι. Α, βέβαια. Αυτά τα είχαν αποφασίσει από νωρίς. «Με το διάλογο λύνονται όλα», πίστευαν και οι δυο. Συντροφιά πάνω στο τραπέζι σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν δυο μεγάλες κούπες με σοκολάτα. Μπορεί ο καιρός να ήταν ακόμα καλός, αλλά η πρωινή συνήθεια της καυτής σοκολάτας ήταν από τις αγαπημένες τους. Μόνο που αυτή τη φορά, υπήρχαν άλλες δυο κούπες με λαχταριστή γλυκιά σοκολάτα.
Το κεφάλι του Αντώνη φάνηκε από τη σκάλα. Η Κατερίνα έκανε νόημα στον Άλκη να συνεχίζουν να μιλάνε σα να μην έγινε τίποτα. Τα σπιρτόζικα μάτια του Αντώνη έπεσαν μεμιάς στις δυο μεγάλες κούπες. Μα για ποιον ήταν; Αφού αυτός σιχαινόταν την σοκολάτα. Η Ανθή έλειπε στη γιαγιά τους…Άρα…Κάποιους περίμεναν. Ο Άλκης γύρισε δήθεν τυχαία το κεφάλι του και τον κοίταξε. «Για ποιον είναι;», ρώτησε ο Αντώνης ορθά κοφτά. Πριν προλάβει να του απαντήσει ο Άλκης, χτύπησε το κουδούνι. Η Κατερίνα έσπευσε να ανοίξει και καλωσόρισε την παιδική της φίλη Ιωάννα με την κόρη της, την Αφροδίτη. Ο Αντώνης τα ‘χασε. Η Αφροδίτη ήταν-ακόμα-ο παιδικός του έρωτας. Τον είχε δει μια φορά η Κατερίνα να της χαρίζει το κόκκινο μπαλόνι που του είχε πάρει ο πατέρας του από το λούνα παρκ, πράγμα που θα ήταν τελείως φυσιολογικό, μόνο που ο Αντώνης δεν ήταν από τα παιδιά που μοιράζονταν.
Κάθησαν στον λουλουδάτο καναπέ, άρχισαν να πίνουν τις σοκολάτες τους και να αναπολούν τα παλιά. Ο Αντώνης είχε κατακοκκινίσει και καθόταν δίπλα στην συνομήλική του Αφροδίτη με σκυφτό το κεφάλι. «Ο Αντώνης μας φέτος αποφάσισε να μην ξαναπάει στο σχολείο», είπε με αδιάφορο ύφος η Κατερίνα. «Αλήθεια;», σχολίασε δήθεν έκπληκτη η Ιωάννα. «Κρίμα βρε Αντώνη, αλλά μιας και μετακομίσαμε εδώ πιο κάτω, θα ήσουν στην ίδια τάξη με την Αφροδίτη. Αλλά αφού δεν θες…». «Θέλω!», την διέκοψε ο Αντώνης. «Θα πάω!», είπε και κοίταξε την Αφροδίτη, που τώρα εκείνη ήταν που ντρεπόταν. Την πήρε από το χέρι και έτρεξαν πάνω στο δωμάτιό του για να παίξουν. Ο Άλκης έκλεισε το μάτι στη γυναίκα του. «Είδες ο Αντωνάκης; Από μικρός στα βάσανα.», είπε η Ιωάννα. «Για να δείτε τι κάνουμε για τις γυναίκες!», απάντησε ο Άλκης.
Την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς ο Αντώνης ήταν ντυμένος στην τρίχα, καλοχτενισμένος και έτοιμος από νωρίς. «Το πρωινό σου παιδί μου», του φώναξε η Κατερίνα όταν τον είδε να τρέχει προς την πόρτα. «Βιάζομαι», της απάντησε και βγήκε από το σπίτι. Κούνησε το κεφάλι της και γύρισε στην κουζίνα, κάτι όμως τράβηξε την προσοχή της στο παράθυρο. Μια σκιά που κουνιόταν πέρα δώθε. Πλησίασε και κοίταξε έξω. Ο Αντώνης έλυνε τον κόμπο που είχε φτιάξει στα μπλε κάγκελα, για μην του φύγει το κόκκινο μπαλόνι του. Η Κατερίνα χαμογέλασε και γύρισε στις δουλειές της, στην πόρτα όμως ήταν η Ανθή. «Μαμά, ο Αντώνης μου πήρε το μπαλόνι μου!». Η Κατερίνα αναστέναξε. «Δεν πειράζει αγάπη μου. Θα σου πάρω άλλο!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...