Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Το πιο γλυκό μυστικό

«Άντε ξύπνα, υπναρού!», φώναξε η Ελένη στην συνονόματη εγγονή της. Η Ελενίτσα τράβηξε το πάπλωμα και σκέπασε και το κεφάλι της, αντιγράφοντας την συνήθεια του αγαπημένου της παππού Κωνσταντίνου όταν έπεφτε για ύπνο. «Ελένη ώρα για σχολείο. Αρχίζουν τα βάσανα από σήμερα!», ξαναφώναξε η γιαγιά της. «Δεν θέλω να πάω. Θέλω να κοιμηθώ!», νιαούρισε η Ελενίτσα μέσα στα φουσκωτά σκεπάσματα. «Είμαι άρρωστη, πονάει η κοιλίτσα μου!». «Λογικό, αφού συνέχεια τρως καραμέλες. Γι’ αυτό λοιπόν δεν θα ξαναφάς!», είπε η Ελένη ξέροντας πως αυτή τη φορά η Ελενίτσα δεν θα μπορούσε να αντέξει κάτι τόσο σκληρό για ένα παιδικό μυαλουδάκι. «Ουφ, εντάξει.», είπε και σηκώθηκε με κατσουφιασμένο ύφος, εμφανώς ενοχλημένη που ενέδωσε στον πειρασμό ενός τόσου ‘βάναυσου’ περιορισμού.
Η Ελένη ήξερε τι έκανε. Πάντα κανάκευε την Ελενίτσα μιας και για πολλά χρόνια ήταν το μοναδικό εγγόνι της. Την είχε κακομάθει βέβαια, και η Ελενίτσα από μικρή είχε άποψη για το τι θα φορέσει, τι θα φάει… Εκείνες οι καραμέλες βουτύρου όμως, που με τόση αγάπη της αγόραζε ο παππούς της, ήταν τόσο απαλές και τόσο νόστιμες που τρώγοντάς τις, ένιωθε πως βρισκόταν στον παράδεισο. Η Ελενίτσα φανταζόταν τον παράδεισο όπως της τον είχε περιγράψει ο Κωνσταντίνος. Ένα καταπράσινο μέρος, με αμέτρητα καρποφόρα δέντρα και πανέμορφα λουλούδια, φωτεινές παρουσίες και ξανθούς αγγέλους με χρυσά φτερά και βλέμμα καλοσύνης. Τραγουδούσαν τόσο όμορφα, έλεγε ο Κωνσταντίνος, που σε κάθε τους γιορτή, άκουγες μια ονειρική μουσική να φτάνει στα αυτιά σου από τον ουρανό και το βράδυ έβλεπες να πέφτουν αστέρια που έσερναν τις φωτεινές ουρές τους μέχρι που χάνονταν μέσα στην άπειρη μπλε θάλασσα.
Αυτό σκεφτόταν και σήμερα το πρωί η Ελενίτσα την ώρα που έκανε κοτσίδες στα μαλλιά της. «Παιδί μου θα αργήσεις!», φώναξε η γιαγιά της για άλλη μια φορά, ενώ έψηνε καφέ στον Κωνσταντίνο. Η Ελενίτσα, αφού είχε φορέσει τα χαριτωμένα κόκκινα παπούτσια της, δώρο της θείας Μάχης, πήγε στην κουζίνα. «Επιτέλους! Σου έχω πρωινό.», είπε η Ελένη και έδωσε το πορσελάνινο φλιτζάνι με τον αχνιστό ελληνικό καφέ στον Κωνσταντίνο. «Δεν θέλω να πάω! Δεν μου αρέσει το σχολείο!», είπε με την πυγμή που πάντα την χαρακτήριζε η Ελενίτσα. Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε και χαμογέλασε. «Καλά. Εγώ πάω να φτιάξω το κρεβάτι.», είπε η Ελένη, που πάντα καταλάβαινε την τακτική που ακολουθούσε ο άντρας της με την εγγονή τους. Σπίθες πετάγονταν από τα πράσινα γατίσια μάτια της Ελενίτσας, μόλις όμως κατάλαβε πως ο Κωνσταντίνος δεν σκόπευε να τα παρατήσει και να σταματήσει να την κοιτάζει επίμονα, δεν κρατήθηκε και άρχισε να χαχανίζει δυνατά. Ο Κωνσταντίνος άπλωσε τα χέρια του και η μικρή Ελενίτσα έτρεξε για να βρει καταφύγιο από το βάρβαρο πρωινό ξύπνημα που τάραξε τα όμορφα παιδικά όνειρά της. «Άκου τι θα κάνουμε», της είπε ψιθυριστά. «Θα πας στο σχολείο και όταν γυρίσεις, θα έχω κρυμμένη μια τεράστια σακούλα με καραμέλες βουτύρου δίπλα στο κρεβάτι. Δεν θα το πεις όμως στη γιαγιά!». Η Ελενίτσα έβαλε τα χέρια της στο στόμα. «Θα είναι το μυστικό μας!», ψιθύρισε αγκαλιάζοντας τον παππού της. Πόσο της άρεσαν τα μυστικά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...